«Ηταν μια ευτυχισμένη εποχή όπου κυνηγούσαν μαζί.Τους άρεσε να ζώνονται το τουφέκι και να στήνουν ενέδρα στο ελάφι. Σαν ξεπρόβαλε από την άχλη του δάσους -για μια απειροελάχιστη στιγμή- το δάκτυλο καθυστερούσε στην σκανδάλη. Μετά ηδονικά την πίεζε και η σφαίρα έτρεχε αφήνοντας στον αέρα την θανατηφόρα της βοή. Το τύλιγαν σε μια κουβέρτα και άνοιγαν ένα μπουκάλι καλό κρασί.
Μετά οι σφαίρες άλλαξαν πορεία. Βρέθηκαν όλοι μαζί να κυνηγούν ανθρώπους. Τώρα δεν είχαν τουφέκι. Είχαν όπλα που έβγαζαν φωτιά. Τις ενέδρες τώρα τις είχαν στήσει άλλοι γι αυτούς. Αν τους σκότωναν δεν θα τους τύλιγαν σε κουβέρτα. Αν τους έβρισκαν ζωντανούς στην ενέδρα θα τους ανάγκαζαν να παίξουν ρωσική ρουλέτα. Τραβούσαν τότε την σκανδάλη κι η σφαίρα έφευγε αφήνοντας στον νου την θανατηφόρα της βοή.
Υστερα ο πόλεμος τελείωσε και γύρισαν πίσω.
Τίποτα δεν ήταν όπως πρώτα.
Το τουφέκι έστεκε.
Η γυναίκα έκλαιγε.
Ο φίλος σιωπούσε.
Το μυαλό δεν ήθελε να γυρίσει πίσω.
Μετρήθηκαν. Ηταν όλοι απόντες, είπαν.
Επρεπε να πάνε πίσω να κουβαλήσουν το μυαλό τους.
Οι άλλοι είπαν ότι θα ζούσαν έτσι. Με όσο κορμί τούς είχε απομείνει.
Ενας είπε ότι θα πήγαινε πίσω όχι για τον ίδιο αλλά για τον άλλο, τον φίλο που είχε μείνει «εκεί». Για το μυαλό του δεν τον ένοιαζε, είπε.
Τον έψαξε παντού. Τον βρήκε να παίζει μέσα στους καπνούς. Είχε τα μάτια δεμένα κάτω από μια χαμηλή λάμπα. Ενα γύρω στο τραπέζι, κλοιός ανθρώπων που στοιχημάτιζαν. Πάνω στο τραπέζι ένας σωρός ζεστά χαρτονομίσματα. Και το πιστόλι.
Του είπε ότι είχε επιστρέψει «εκεί» για να τον πάρει μαζί του. Το είπε πολλές φορές. Είπε το όνομά του. Φώναξε το δικό του. Ηταν τόσο κίτρινος! Τα χέρια του ήταν ακόμα κομψά. Τα νύχια περιποιημένα και φορούσε άσπρο πουκάμισο.
Νόμισε ότι τον άκουσε . Χάθηκε προς στιγμή η παγωμένη έκφραση αλλά μετά σήκωσε πάλι το πιστόλι στον κρόταφο.
Ηλπισε ότι θα ακουστεί το κλικ. Αλλά όχι ήταν η σφαίρα».
Τον συνάντησα όταν ήταν πια πολύ γέρος. Από το όμορφο κορμί δεν είχε σχεδόν τίποτα διασωθεί. Από το μυαλό όλα είχαν σωθεί.
Τον ρώτησα γιατί είχε επιστρέψει «εκεί». -Τον αγαπούσες τόσο πολύ, επέμενα.
Είπε ότι τον αγαπούσε πολύ. Η φωνή του έτρεμε λίγο. Μετά σήκωσε το χέρι και είπε: γιατί να σου πω ψέματα; Αν πρόκειται κάποιον να κοροϊδέψω, είναι ο εαυτός μου.
Σε ελεύθερη μεταφορά από τον «Ελαφοκυνηγό».